Ραψωδία λ' - Ο Οδυσσέας συναντάει στον άλλο (Κάτω) Κόσμο, δυο κορυφές της μυθολογίας, τον Αχιλλέα και τον Ηρακλέα.


Ο Όμηρος, για τη μεταθανάτια ζωή, είναι πολύ πιο διδακτικός από τις σύγχρονες θρησκείες.

Αντί να απολαμβάνουν τις 70 παρθένες οι διάφοροι καραγκιόζηδες νέας τεχνολογίας και κάθε καρυδιάς καρύδι να πηγαίνει ανεξέλεγκτα στον παράδεισο, αρκεί ποντίφικες και πατριάρχιδες να του δίνουν συγχωροχάρτι...

Εκεί, στον Κάτω Κόσμο, δεν έχει τέτοια, πληρώνει για τις αμαρτίες νέτα σκέτα και στεγνά ως εξής: Εις τους αιώνες των αιώνων είσαι υποχρεωμένος να κάνεις ξανά και ξανά, αυτό με το οποίο ασχολήθηκες, μέχρις ότου να σιχαθείς τον εαυτό σου και για πάντα. Να γίνεις περίγελος και στις επόμενες γενεές, όπως η περίπτωση του Μίνωος που δικάζει πεθαμένους καθιστός κι αυτοί σε αιώνια ορθοστασία οι δικαζόμενοι.

Άλλοι αιώνια τιμωρημένοι, όπως ο Ωρίων, που του σκαλίζουν το συκώτι δυο γύπες με το ράμφος σαν τρυπάνι, γιατί λέει έπιασε τον πισινό της Λήδας γκόμενας του Διός.

Όπως ο Τάνταλος, που δεν μπορεί να φτάσει με το στόμα το νερό της λίμνης πού 'ναι ο ίδιος μέσα σε αυτήν και αυτή ξεραίνεται σαν πάει να πιεί, όπως και όταν πάει να φτάσει έναν καρπό από 'να δένδρο, τον παίρνει ο άνεμος!

Κι ο Σίσυφος που ήταν πονηρός προσπαθεί εις τους αιώνες να κυλήσει μέχρι την κορφή μια πέτρα, η οποία συνεχώς από αναίδεια κυλάει πίσω από την αρχή, λίγο πριν φτάσει στην κορφή.


Μέσα σε αυτό το χάος, χωρίς να μας λέει τι ζόρι τραβάει, ο Αχιλλέας αποκαλύπτει στον Οδυσσέα, ότι δεν θέλει να είναι ο άρχοντας των πεθαμένων, ο καλύτερος πεθαμένος, αλλά ας ζούσε κι ας ήταν υπηρέτης αφεντικού δίχως κλήρο που να ήτανε και φτωχός. Είναι ο γνωστός ύμνος για την αξία της ζωής:


"... Μὴ δή μοι θάνατόν γε παραύδα, φαίδιμ’ Ὀδυσσεῦ.
Βουλοίμην κ’ ἐπάρουρος ἐὼν θητευέμεν ἄλλῳ,
ἀνδρὶ παρ’ ἀκλήρῳ, ᾧ μὴ βίοτος πολὺς εἴη,

ἢ πᾶσιν νεκύεσσι καταφθιμένοισιν ἀνάσσειν. ..."
Ομήρου Οδύσσεια ραψωδία λ' 488-491
... ‘‘Μη μου τα παραλές βεβαίως για το θάνατο, ‘φαίδιμε’ Ὀδυσσεῦ.
Πάνω στη γη θα ήθελα να ήμουν άλλονε να υπηρετώ
σε άνδρα δίχως κλήρο, που νά ’ναι και πτωχός,

παρά σε όλους τους νεκρούς αυτούς πού ’χουν χαθεί εγώ να βασιλεύω ...​

Εκεί στον Κάτω Κόσμο, τελευταίο παρουσιάζει στον Οδυσσέα τον Ηρακλέα. Αυτόν που μαρτύρησε εν ζωή, που τράβηξε γολγοθά, όχι μια βδομάδα, αλλά για χρόνια, μέχρι που πέθανε βασανιζόμενος.

Για τέτοιους αγωνιστές έρχεται η ΔΙΚΑΙΩΣΗ μετά θάνατον, οπότε ενδιατρίβουν στο πλευρό της "καλλίσφυρης" Ήβης! Και γιατί τονίζει τους αστραγάλους της; γιατί είναι όπως λέμε να την πιείς στο ποτήρι, αρχής γενομένης, να την γεμίσεις φιλιά από τους αστραγάλους μέχρι πάνω.

Εκεί στον Άδη και γύρω από τον Ηρακλέα, δημιουργείται μια καταπληκτική εικόνα, ένα διόραμα, όπως στα αστεροσκοπεία με ιαχές από μάχες, συμπλοκές, ανδροκτασίες. Εκείνος να τεντώνει τόξο, γονατιστός στο ένα και σαν να περιστρέφεται η βάση διοπτεύοντας προς όλες τις μεριές.

... Και μόλις αναγνωρίζει τον Οδυσσέα (μέχρι εκεί τον φτάνει ο Όμηρος, να είναι διακριτός και στους ημίθεους), πλησιάζει και του λέει: "- Και κοίτα μάγκα, εκτός από αυτά με έστειλε στον Κάτω Κόσμο εδώ, να φέρω το σκυλί !!



1620109363344.png


"... “Διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν’ Ὀδυσσεῦ,
ἆ δείλ’, ἦ τινὰ καὶ σὺ κακὸν μόρον ἡγηλάζεις,
ὅν περ ἐγὼν ὀχέεσκον ὑπ’ αὐγὰς ἠελίοιο.
Ζηνὸς μὲν πάις ἦα Κρονίονος, αὐτὰρ ὀιζὺν
εἶχον ἀπειρεσίην· μάλα γὰρ πολλῇ χείρονι φωτὶ
δεδμήμην, ὁ δέ μοι χαλεποὺς ἐπετέλλετ’ ἀέθλους.
Καί ποτέ μ’ ἐνθάδ’ ἔπεμψε κύν’ ἄξοντ’· οὐ γὰρ ἔτ’ ἄλλον
φράζετο τοῦδέ γέ μοι κρατερώτερον εἶναι ἄεθλον·
τὸν μὲν ἐγὼν ἀνένεικα καὶ ἤγαγον ἐξ Ἀίδαο,

Ἑρμείας δέ μ’ ἔπεμψεν ἰδὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη.” ..."
Ομήρου Οδύσσεια ραψωδία λ' 617-626
... “Διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχανε Ὀδυσσεῦ,
άτυχε, μην κάτι άσχημο κι εσύ χρέος και μοίρα κουβαλάς,
όπως εγώ κάτω από του ήλιου τις ανταύγειες τραβούσα φορτωμένος.
Αν και παιδί Ζηνὸς σαν ήμουνα Κρονίονος, πίκρα παρ’ όλ’ αυτά
εἶχα ἀπειροστή· ακόμα διότι πιο πολύ χειρότερη απ’ ένα ανθρωπάκι
δεχόμουν να υποστώ, και που για μένα χαλεπώς διέταζε τους άθλους.
Και κάποτε έστειλε εμένανε εδώ να φέρω το σκυλί· διότι άλλος πια δεν
πίστευε βέβαια για με να υπήρχε άθλος τρανότερος από αυτόν·
και τον οποίο σήκωσα εγώ κι έφερα από τον Άδη,

Ἑρμείας δέ με ἔπεμψε και η γλαυκῶπις Ἀθηνά ”. ...​
Ήταν ένα ακόμα σεμινάριο από τα πολλά που παραθέτει ο 'Όμηρος στο έπος.​

Δείτε ακόμα σχετικά με τη ραψωδία λ' της Οδύσσειας:
Ραψωδία λ΄: Περίληψη
Ραψωδία λ': Αρχαίο κείμενο - Νεοελληνική απόδοση
Ραψωδία λ' - Ο Οδυσσέας συναντάει αναπάντεχα τη μάνα Αντίκλεια στον Κάτω Κόσμο.

 
Τελευταία επεξεργασία:
Μπλουζα Κάτω μέρος