Ραψωδία ρ΄: Περίληψη

1613746296131.png

Όταν μελετάω τη ραψωδία αυτή θυμάμαι το Θανάση Βέγγο κι αυτά που τράβηξε τότε που μας έλεγε ‘’Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;’’. Πως τον κορόιδευε ο κάθε Χαρούπογλου, ο κάθε γερμανός tourist και πως τον προπηλακίζανε στο σαλόνι κάτι καλομαθημένα κωλόπαιδα


ΙΣΤΟΡΙΚΟ
1 – 25 Το πρωί ο Τηλέμαχος κίνησε από τη στάνη του Εύμαιου για την πόλη, γιατί η μάνα του αγωνιούσε. Έδωσε εντολή στον Εύμαιο να οδηγήσει και τον ζητιάνο στην πόλη αργότερα, μια που εκεί υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες. Σ’ αυτό συμφώνησε και ο ίδιος ο γεροζητιάνος, που όπως είδαμε από τη ραψωδία ν’, είναι μεταμορφωμένος ο Οδυσσέας, άλλωστε, όπως λέει, είναι μεγάλος για να πιάσει δουλειά στο μαντρί, …’’ –Λίγο αργότερα για να ζεστάνει η μέρα’’.​
26- 44 Φτάνοντας ο Τηλέμαχος στο παλάτι, έδωσε μεγάλη χαρά σε όλους πλην των μνηστήρων. Αξίζει κανείς να διαβάσει από το πρωτότυπο τις συγκινητικές αυτές στιγμές και τα λόγια της Πηνελόπης, που τον μαλώνει γιατί δεν της είχε πει τίποτα, πως θα 'φευγε στην Πύλο.​
45- 60 Ο Τηλέμαχος την παρακαλεί να μη σκέφτεται τους προηγούμενους κινδύνους, αλλά πώς να καλλωπιστεί και να κάνει προσφορά στον Δία να τους τιμωρήσει. Ο ίδιος λέει ότι θα πάει στην αγορά να τακτοποιήσει την παραμονή του Θεοκλύμενου.​
61- 66 Έτσι κι έγινε και κατευθύνθηκε επίσημα στην αγορά, έχοντας το ακόντιο και δυό λευκούς–άργους σκύλους συνοδεία, λάμποντας πέρα ως πέρα, πανέμορφος για όλους μα στους μνηστήρες μισητός.​

1613832075031.png
1613832143828.png

Δυο άργοι κύνες του συνεργάτη μας Βαγγέλη Γενειατάκη.
67- 77 Συνάντησε τους φίλους του πατρός, τον Μέντορα, τον Άντιφο και γέρο Αλιθέρση, και ήλθε και τους βρήκε ο Πείραιος μαζί με τον φιλοξενούμενό του Θεοκλύμενο τον μάντι: ‘’- Δεν θα στείλεις Τηλέμαχε γυναίκες για να πάρεις τα δώρα του Μενέλαου απ’ το σπίτι;’’ Κι απάντησε ο Τηλέμαχος:​
... «Πείραιε, επειδή και δεν γνωρίζουμε, όπως αυτά τα έργα θα γενούν.
Εάν κι εμέ μνηστήρες φαντασμένοι μες στο μέγαρο
λαθραία αφού σκοτώσουν όλα τα πατρικά θα τα μοιράσουν,
στον ίδιο που τα έχει θα ήθελα να βρίσκονται σ’ εσέ παρά σε κάποιον απ' αυτούς·
όμως εάν κι εγώ γι' αυτούς “φυτέψω” το φόνο και τη συμφορά,

πια τότε στον χαρούμενο εμένα να (τα) φέρεις στο παλάτι με χαρά». ...
Οδύσσεια ρ’ 78-83​
84-106 Και πήρε μαζί του ο Τηλέμαχος τον ξένο στο παλάτι, όπου και έλουσαν οι δμώες, τους έστρωσαν τραπέζι και κάθισε απέναντι η Πηνελόπη, που ρωτά: ‘’- Τηλέμαχε, σαν ήρθες πριν δε μού ‘πες τίποτα για τον πατέρα σου αν έμαθες, που από τότε που έφυγε με τους Ατρείδες κλαίω’’.​
107-149 Της είπε ότι αφενός ο Νέστορας, που τον περιποιήθηκε σαν παιδί του (ένδειξη ότι έγινε πεθερός του), δεν ήξερε τίποτα κι ότι του έδωσε τον υιό του συνοδό, να πάνε να ρωτήσουνε στη Σπάρτη. Για το Μενέλαο της επανέλαβε αυτά που είδαμε στη ραψωδία δ’, και το παράδειγμα με τα ελαφάκια στη φωλιά του λιονταριού, και τον καυγά στη Λέσβο με τον Φιλομηλείδη και αντιστοίχως πως αν γύριζε ο Οδυσσέας, δεν θα γλιτώναν οι μνηστήρες. Ολοκλήρωσε με την ιστορία του γεροθαλασσινού, που τον είδε να βαρυγκωμάει στο νησί της Καλυψούς χωρίς να έχει πλοίο και ναύτες για να τον φέρουν πίσω.​
Σχόλιο: Απ’ όλες τις περιγραφές για το ταξίδι στη Σπάρτη λείπει μόνο η εκδοχή της επιθυμίας του Μενελάου για υποδοχή όλων των Ιθακήσιων, συν γυναιξί και τέκνοις. Αυτό εκλαμβάνεται ότι στη Δωρική επέλαση, ναι μεν οι Ιθακήσιοι κατευθύνθηκαν στις Αμύκλες, όμως ο Τηλέμαχος δεν πρόλαβε να ακολουθήσει!​
150-165 Στη συνέχεια ο μάντις Θεοκλύμενος, βλέποντας την Πηνελόπη σε έξαψη, την καθησυχάζει κάνοντας την απίθανη πρόβλεψη ότι ο Οδυσσέας είναι ήδη στον Ιθάκη και προετοιμάζει την τιμωρία των μνηστήρων: ‘’- Να, τον οιωνό αυτό τον είπα και στον Τηλέμαχο στο πλοίο’’. Η Πηνελόπη του υπόσχεται δώρα αν πιάσουν τα λόγια του.​
166-181 Απ’ έξω οι μνηστήρες ασχολούνται με ακοντισμό και δισκοβολία. Ο κήρυκας Μέδων τους καλεί για το γεύμα, όπου εκείνοι αρχίζουν να σφάζουν κριάρια, γίδια, χοίρους κι ένα βόδι.​
182-201 Την ίδια ώρα ο Εύμαιος λέει του Οδυσσέα να ξεκινήσουν, αν και θα ήθελε να τον κρατήσει για βοηθό: ‘’- … πάμε, πέρασε το μεσημέρι, θα μας πιάσει η νυχτιά’’, ‘’- Δώσε μου κάνα ρόπαλο για στήριγμα, στην επικίνδυνη οδό και πήγαινε μπροστά’’ . Και κίνησαν σιγά-σιγά, αφήνοντας ξοπίσω, στάνη, σκυλιά και κτηνοτρόφους να τους ''κουνάνε το μαντήλι''.​
201-203 Τώρα πια, ένας άνακτας φτωχός και λιγδιασμένος γέροντας, με κουρέλια ελεεινός, γυρίζει σαν ζητιάνος στο παλάτι.


Ο οδηγός μας Σπύρος Λουκάκης προπορεύεται στην αρισφαλή οδό
1613757942735.png
1613758338564.png
204-238 Κατηφορίζοντας απ’ την ‘’ ἀρισφαλή οὐδόν’’, φτάσανε στην κρήνη την καλλίροο, που έφτιαξε ο Ίθακος, ο Νήριτος και ο Πολύκτωρ, επάνω ο βωμός και από κάτω υδρεύοντο πολίτες, όπου και συναντούν τον αλητήριο Μελάνθιο βοσκό, που βρίζει τον χοιροβοσκό, που κουβαλά ζητιάνους: ''- ..Κι ετούτος θα ‘ναι σίγουρα τεμπέλης, και δεν θα ‘θελε να δούλευε για μένα, γιατί έμαθε ν’ απλώνει την παλάμη για τα έτοιμα’’. Και τον προειδοποιεί, ότι μ’ ετούτα τα μυαλά θα κακοπεράσει όταν έλθει στο παλάτι, και σφαλιάρες και θα τον πετούν κατάχαμα. Και περνώντας δίπλα του, του δίνει μια κλωτσιά από το πλάι, χειρότερα από ποδόσφαιρο και … ΑΔΙΚΙΑ ! (…και μού ‘ρχεται το αίμα στο κεφάλι, κι εδώ θυμάμαι τον Θανάση Βέγγο, που επιπλέον τον πετάξανε κι απ’ το μπαλκόνι…)​
… Και συγκρατήθηκε ο Οδυσσέας και, κάτι ήθελε να κάνει με το ρόπαλο και πάλι (ρόπαλο με τον Κύκλωπα, ρόπαλο πάλι και εδώ).​
238-260 Ο χοιροβοσκός τον επέπληξε μεν, ευχήθηκε δε στις νύμφες της πηγής, ‘’- Αχ να μπορούσε να ερχόταν ο αφέντης για να του αφαιρούσε τα προνόμια’’. Τον άκουσε κι ο Μελάνθιος και θα ‘θελε να τον μπαρκάρει για να τον πουλήσει, τον δε Τηλέμαχο να τον τοξεύσει ο Απόλλων ή οι μνηστήρες, όπως άλλωστε εχάθη κι ο Οδυσσεύς. Και προχωράει πιο γρήγορα από τους άλλους και εισερχόμενος του ανακτόρου, πάει απέναντι από τον Ευρύμαχο και κάθεται για να σερβιριστεί.​
260-289 Πλησιάζοντας, Εύμαιος και Οδυσσέας, στη βόρεια πύλη, ενώπιον του τεμένους, ακούνε ήχους διασκέδασης από τον Φήμιο. Ο Οδυσσέας κοντοστέκεται, αρπάζει το χέρι του χοιροβοσκού και εκφράζει το θαυμασμό του για τα μεγαλοπρεπή κτίσματα, τις εισόδους, τους θριγκούς, το σκέπαστρο της αυλής, τις θύρες. Συζητούν, αν θα εισέλθει πρώτος ο Εύμαιος κι αν μείνει πίσω μόνος ο ζητιάνος, τον βρει κανείς και τον χτυπήσει, ‘’συνηθισμένα τα βουνά από τα χιόνια’’.​
290-327 Και να ‘μαστε στη σκηνή, που πριν ο Εύμαιος εισέλθει, βλέπει ο Οδυσσέας το σκυλί στην κοπριά, αυτήν που είχαν για το τέμενος, ετοιμοθάνατο, που σήκωσε την κεφαλή-τ’ αυτιά, που κυνηγούσε κάποτε λαγούς, ζαρκάδια, αίγαγρους, μα τώρα κείτονταν εγκαταλελειμμένος, και όμως γνώρισε τ’ αφεντικό μετά από τόσα χρόνια, κούνησε την ουρά κι έριξε πίσω τα αυτιά, σε ένδειξη πως είχε καταλάβει. Και άφησε ένα δάκρυ, όπως ερχόταν από πίσω και ρώτησε ο Οδυσσέας, αν ήταν για το τρέξιμο, για το κυνήγι ή για χάδια. Κι απάντησε ο Εύμαιος προτού εισέλθει, πως θήραμα δεν του ξέφευγε, είναι τα’ αφεντικού που έφυγε στην Τροία και άφησε τον Άργο του μικρό κι οι νέοι συνοδεύαν στα κυνήγια. Αλλά κανείς δεν τον περιποιείται, γιατί η δουλεία αφαιρεί την αρχοντιά.
Λίγο μετά ο Άργος έσβησε, έχοντας αναγνωρίσει τον Οδυσσέα.
1613924675240.png
1613924740501.png
1613924802303.png

...Ένας Άργος, ο Πατούχας του Μάνου Χατζή - νεότατος, 6 χρονών- μας παρουσιάζει θεατρικά τις τελευταίες στιγμές του Άργου της Οδύσσειας.
328-341 Τον Εύμαιο κάλεσε να καθίσει κοντά του ο Τηλέμαχος και του προσέφεραν μερίδα.​
Ο Οδυσσέας, έχοντας εμφάνιση ελεεινή, μπαίνει και κάθεται στο κατώφλι.​
342-364 Ο Τηλέμαχος αναθέτει στον Εύμαιο να προσφέρει κρέας στον γέρο ζητιάνο (Οδυσσέα) και να τον καλέσει να κυκλοφορήσει ελεύθερα ανάμεσα στους μνηστήρες και να ζητήσει ελεημοσύνη. Ο Εύμαιος μεταφέρει την εντολή στον Οδυσσέα και εκείνος τον ευγνωμονεί. Έτρωγε ώσπου να τελειώσει τα τραγούδια ο αοιδός. Μετά οι μνηστήρες χωρίστηκαν σε παρεούλες και η Αθηνά πλησίασε τον Οδυσσέα, χωρίς να γίνει αντιληπτή και τον παρότρυνε κι εκείνη, να περνά ανάμεσά τους με ευπρέπεια και να ζητά, ώστε να καταλάβει ποιοι είναι για τον έπαινο και ποιοι είναι (για τον …) παραβάτες, αν και δεν επρόκειτο να γλυτώσει κανείς.​
365-410 Ξεκίνησε λοιπόν να περνάει ανάμεσα, απορήσανε, ρώταγαν και ο Μελάνθιος τους ενημέρωσε για τη συνάντηση στη βρύση. Αμέσως ο Αντίνοος επέπληξε τον Εύμαιο που τους τον κουβάλησε, ενώ πάντα παραπονιέται για όσους κατατρώγουν το βιός του αφεντικού. Ο Εύμαιος τον διαβεβαιώνει ότι κανένας δεν καλεί από άλλους τόπους κάποιον, αν δεν είναι μάντις, ιατρός, τεχνίτης επιπλοποιός ή αοιδός, που φέρνει όταν άδει τη χαρά. Κανένας δεν καλεί φτωχόν αλλά: ’’- Για την κακία σου δε ‘σκάω’ όσο ζει η Πηνελόπη και ο ευλογημένος ο Τηλέμαχος’’. Τον διακόπτει ο Τηλέμαχος και του λέει να σωπάσει, μια που τα μυαλά δεν αλλάζουν του Αντίνοου. Τον δε Αντίνοο, τον έβαλε στη θέση του στηλιτεύοντας το ‘’πατρικό του ενδιαφέρον’’ για να απομακρύνει τον ζητιάνο αντί να δώσει κάτι τι: ‘’- Αλλά δεν λογαριάζεις Πηνελόπη και κανέναν, και το μόνο να μη δώσεις σ’ ενδιαφέρει να τα φας’’, Ο Αντίνοος του απαντά νευριασμένα, ότι αν θελήσει, οι μνηστήρες θα τον κάνουν και τρεις μήνες να φανεί, και πιάνει απειλητικά ένα σκαμνί που είχε για να απλώνει τις ποδάρες.​
411-445 Τελικά, όλοι του έδωσαν και, ενώ θα μπορούσε να πάει στο κατώφλι να τσιμπολογήσει, στάθηκε μπροστά από το κάθισμα του Αντίνοου και άρχισε να του μιλάει κολακευτικά, σα να ‘τανε μπροστά σε βασιλιά και του ‘λεγε να δώσει κάτι και αυτός, γιατί τα πλούτη έρχονται και παν’. Του ‘λεγε ότι κάποτε κι ό ίδιος ήταν ευγενής, μα έδινε και κάτι λίγο σε αλήτες. Και ότι μετά έφυγε για την Αίγυπτο, (μέσα από το παραμύθι που είχε πει στον Εύμαιο) και λεηλατήσανε κι εξανδραπόδισαν και πλάκωσαν μιλιούνια οι Αιγύπτιοι, τους σκότωσαν, τους συνέλαβαν… Και κάνει μια παραλλαγή ότι πουλήθηκε στην Κύπρο και από ‘κει ήρθε εδώ.​
Ο Αντίνοος που τον κοίταζε ώρα πολλή (σαν μύγα):​
... «Ποιος διάβολος το βάσανο αυτό προσήγαγε να σπάσει την ανία της ‘‘δαιτός’’;
Πήγαινε να σταθείς έτσι εις το μέσον, μακριά απ' το δικό μου το τραπέζι,
μη τάχιστα βρεθείς εις την πικρή την Αίγυπτο και Κύπρο,
όπως θρασύς και κάποιος αναιδής εσύ που οίκτο προκαλείς.
Κοντά σε όλους εφ’ εξής παρίστασαι κοντά· και δίδουνε εκείνοι
ηλίθιοι ως μάπες, μια που δεν είναι για κανέναν στέρηση ούτ' ελεημοσύνη

το να χαρίζεις αλλονών, μια που πολλά για τον καθένανε υπάρχουν». ...
Οδύσσεια ρ’ 446-452​
453-459 Ο Οδυσσέας τον αποκαλεί τσιγκούνη, που δεν κερνάει ούτ’ αλάτι κι ας είναι απ’ τα πλούτη αλλουνού. Χολώθηκε ο Αντίνοος κοιτάζοντας λοξά:
... «Όμορφα τώρα δεν πιστεύω πια πως θα διαβείς το μέγαρο βεβαίως
στο άψε-σβήσε για ν᾽ αναχωρήσεις, κι όνειδος όταν ήδη απονέμεις».
Σαν τέλειωσε και παίρνοντας σκαμνί το δεξιό σημάδεψε τον ώμο,
πίσω απ᾽ την πλάτη. Κι αυτός σαν πέτρα στάθηκε
ασάλευτος, παρόλο δεν αστόχησε τ᾽ Αντίνοου η βολή·

αλλά την κεφαλή του κούνησε ακούσια κακά βυσσοδομεύων. ...
Οδύσσεια ρ’ 460-465​
466-491 Κάθισε στο κατώφλι να γευτεί τα δώρα και είπε στους μνηστήρες ότι: ‘’- Άλλο να πολεμάς σε μάχες για υπάρχοντα, κοπάδια και γυναίκες, κι άλλο άμα σε κόβει η πείνα. Κι αν υπάρχει θεός για τους φτωχούς, θα τιμωρήσει τον Αντίνοο’’. ‘’- Τρώγε και βγάλε το σκασμό’’, του είπε ο Αντίνοος, ‘’…γιατί οι νέοι θα σε βγάλουν απ’ τα πόδια’’. Κι έγινε η έκπληξη εκείνη τη στιγμή και κάποιος από την ομήγυρη πήρε το μέρος του ζητιάνου, και ‘’- Γιατί τον δυστυχή; Κι υπάρχουν και θεοί ανάμεσά μας πότε-πότε, να παρακολουθούν και κρίνουν, την ευνομία επιβλέποντες’’. Χαμπάρι ο Αντίνοος, την ώρα που με το ζόρι ο Τηλέμαχος συγκράτησε το δάκρυ.​
492-540 Έμαθε το συμβάν η Πηνελόπη και ‘’- Είθε ο Απόλλωνας που αφαιρεί με τόξο τις ζωές…’’. Η οικονόμος Ευρυνόμη της επισημαίνει ότι, αν έπιαναν οι κατάρες τους ως το πρωί δεν θά 'φθαναν. Η Πηνελόπη περιγράφει με αποτροπιασμό το σκηνικό του άδικου πλήγματος προς τον ζητιάνο.​
505-527 Κι όπως συζητούσε με τις βοηθούς της, καλεί τον Εύμαιο να της φέρει τον ζητιάνο, μήπως ξέρει να της πει αν άκουσε ποτέ κάτι για Οδυσσέα. Ο Εύμαιος της λέει ότι αν ‘’έβγαζαν οι άλλοι τον σκασμό’’, μ’ αυτά που θα της έλεγε θα έγιαινε το φυλλοκάρδι της. Παρομοιάζει τον Οδυσσέα με αοιδό, που τέρπει με τα λόγια του –όπως τον είχε στο καλύβι- που θέλγει με τις ιστορίες του, ότι είναι από την Κρήτη, ότι είναι φίλος του Οδυσσέα και ότι έφτασε στο φτωχικό του ερχόμενος από τη Θεσπρωτία, όπου είδε και θαύμασε τα δώρα που θα φέρει όπου να ‘ναι ο Οδυσσεύς.​
528-550 Να τον καλέσει, του ζητά η Πηνελόπη, κι άσε τους άλλους να ρημάζουν ξένο βιός χαζολογώντας και ν' αφήνουνε απείραχτα δικά τους. Καταναλώνοντας οι συγγενείς τους τα δικά τους, ενώ οι ίδιοι σπαταλούνε τα δικά μας, γιατί δεν έχουμε κανέναν για προστάτη (εδώ μάλλον θέλει να θίξει το φιλότιμο του Εύμαιου) … Κι αν έρθει ο Οδυσσέας με το παιδί μαζί, αυτούς θα τιμωρήσει. ΚΙ εκείνη τη στιγμή φταρνίζεται ο Τηλέμαχος σφοδρά, σημάδι θετικό για όσα είχε πει κι είχε προβλέψει. Και του το λέει άλλη μια φορά να τον καλέσει, μια που ο θάνατος για τούτους δεν αργεί . ‘’- …και θα τον ε προικίσω την αλήθεια άμα πει.​
551-573 Ο Εύμαιος μεταφέρει στο γεροζητιάνο την υπόσχεση να τον γεμίσει δώρα η Πηνελόπη, την αλήθεια άμα πει. Ο Οδυσσέας όμως αντιτείνει, πρώτα να νυχτώσει, μια που δε θέλει να ‘ναι τούτοι μπρος, γιατί στο χτύπημα το άδικο, κανείς δεν πήρε το μέρος εκεινού. ''- Κατόπιν στην πυρά, κοντά και δίπλα-δίπλα, θα της τα λέω όλα''.​
574-583 Η Πηνελόπη, βλέποντας τον Εύμαιο να γυρνάει μοναχός, πνίγεται από το αίσθημα της απόρριψης. Εκείνος της αναλύει τη μεθοδολογία και το σκεπτικό του ξένου, ώστε:​
να δύνασαι μονάχη μια κουβέντα προς τον ξένο να του πεις κι έπειτα να ακούσεις». …
Οδύσσεια ρ’ 584​
585-588 Η Πηνελόπη εντυπωσιάζεται από την αμυντική τεχνική του Οδυσσέα.​
589-606 Πριν φύγει για τη στάνη ο Εύμαιος, περνάει από τον Τηλέμαχο, τον συμβουλεύει να προσέχει, πατρικά και εύχεται να ξεπαστρέψει τους μνηστήρες ο Ζευς, προτού να γίνουν θύματα οι ίδιοι. Κάθεται κάτι να τσιμπήσει, κλείνουνε ραντεβού την άλλη μέρα να φέρει γουρουνάκια και μια που ήλθε δειλινό, φεύγει ικανοποιημένος.​
Και που να ήξερε, την ίδια μέρα τι είχε κάνει, πως έφερε μες στο παλάτι, αυτόν τον ΝΟΣΤΟ-γυρισμό, που τον περίμενε όλη η ΟΔΥΣΣΕΙΑ.
 
Τελευταία επεξεργασία:
Μπλουζα Κάτω μέρος