Ραψωδία ν΄: Περίληψη

1613360136216.png


ΙΣΤΟΡΙΚΟ
1 – 22 Σαν μαγεμένοι οι Φαίακες άκουσαν όλες τις περιπέτειες του Οδυσσέα, που όταν τελείωσε πήρε το λόγο ο Αλκίνοος και του είπε περίπου: ‘’- Μια που πέρασες το κατώφλι μου, τέρμα οι περιπλανήσεις. Όσο για εσάς, κύριοι ακροατές, δεν θα γλεντάτε τσάμπα με τραγούδια εδώ μέσα, θα φέρετε κι εσείς κανένα δώρο, κάτι σε είδη ένδυσης ας πούμε. Θα τα βάλουμε σε σεντούκι σκαλιστό, και άλλα έργα τέχνης από χρυσό και τρίποδα και λέβητα (για μπάνιο) σε ανθρώπινη διάσταση.​
Και πήγανε για ύπνο. Το άλλο πρωινό μετέφεραν στο πλοίο, όπου ο ίδιος ο Αλκίνοος επιμελήθηκε που να τοποθετηθούν, για να μην πάθουνε ζημιά της ώρας της κωπηλασίας​
1613362350279.png

23- 37 Κι έσφαξε ένα βόδι και κάνανε τραπέζι και τραγουδούσε ο Δημόδοκος. Που να θυμάται τι; Είχε στραμμένο το μυαλό του στην αναχώρηση σαν σουρουπώσει, κοίταζε προς την είσοδο να βλέπει το φως της μέρας όπως σβήνει για ν’ ανεβεί στο πλοίο και να φύγει, όπως περίπου ‘κείνος ο αγρότης στα χωράφια που ιδρώνει ολημερίς και προσμένει με τη δύση, να τελειώσει, για να φάει και να πάει να κοιμηθεί. Χαιρέτησε κι ανάμεσα σε άλλα:​
... «Αλκίνο’ άρχοντα λαμπρέ, μεγάλε στους λαούς σου,
στείλτε με άβλαβο και με ευχές, εσάς σας χαιρετώ (οι ίδιοι να χαρείτε).
Διότι όλα τέλειωσαν, αυτά που επιθύμησα και τράβαγε η ψυχή μου,
και δώρα αγάπης κατευόδιο, από τον Ουρανό για με οι θεοί
έκαναν μ’ ευτυχία· στο σπίτι τη γυναίκα αυτή την απαράμιλλη
γυρίζοντας να βρω μαζί και με τους φίλους, τους τόσο εκλεκτούς.
Εσείς που μένετε εδώ να χαίρεστε γυναίκες
κόρες και τέκνα· να σας παρέχουν αρετή οι θεοί

άπλετη, κακό μετά την πόλη σας κανένα να μην εύρει». ...
Οδύσσεια ν’ 38-46​
47- 62 Αλκίνοος ζητά απ’ τον Ποντόνοο να γεμίσει τα ποτήρια της ευχής και προσευχής, κάνει σπονδές κι ο Οδυσσέας παραδίδει ιερό, το δέπας αμφικύπελλο στα χέρια της Αρήτης, ευχόμενος στην ίδια, για τα παιδιά της, τον λαό της, τον Αλκίνοο.​
63- 80 Προς το πλοίο κι ακολούθησαν ο κήρυκας και δμώες τρεις, μία με τα ενδύματα και τον χιτώνα, η δεύτερη με το σεντούκι, Τρίτη με ψωμί και οίνο ερυθρό. Τοποθέτησαν και του ‘στρωσαν λευκό σεντόνι να κοιμάται, ξερός, όπως και ένας πεθαμένος (να μοιάζει όταν ξυπνήσει πως αναστήθηκε). Λύσανε το σκοινί κι έκαναν το καράβι να πηδάει!​
81- 89 Το πλοίο όπως ‘’σούζα’’ στο άρμα τέσσερα άλογα, με παφλασμό μεγάλο από πίσω και μια ταχύτητα από γεράκι, σκίζοντας το κύμα και μεταφέροντας τον άνδρα, που θεϊκά νοήματα έχει μες στο μυαλό και, ο οποίος:​
''... ὃς πρὶν μὲν μάλα πολλὰ πάθ᾿ ἄλγεα ὃν κατὰ θυμὸν ...''
... που πριν μεν έπαθε πολλά και άλλα τόσα από αυτήνε την ψυχή την παρορμητική, ...
Οδύσσεια ν’ 90​
Όπως και στης Οδύσσειας την αρχή: ''... πολλὰ δ᾿ ὅ γ᾿ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν, ...'' Οδύσσεια α’ 4​
91- 95 …σε πολέμους, επειδή η ψυχή του η παρορμητική και τα μεγάλα κύματα εντός του έπους! Και που τώρα να, κοιμάται ‘’λελασμένος’’ και φάνηκε τ’ αστέρι της αυγής​

1613363785543.png

96-112 …Και είναι στην Ιθάκη ένα λιμανάκι ασφαλές με δυο προβλήτες και ‘κει στην άκρη μια ελιά και ένα σπήλαιο κοντά, όπου οι νύμφες έχουνε αργαλειούς κι οι μέλισσες κυψέλες. Κι όπως το βλέπεις έχει δυο θύρες, μία για τους θνητούς κι άλλη για τους αθάνατους η νότια.​
... Εισήλθαν κει που βέβαια από παλιά γνωρίζαν. Κι αυτό (το πλοίο) έπειτα
σύρθηκε στη στεριά, σχεδόν απ’ όλο το μισό,
απ’ την πολλή τη φόρα· διότι χέρια γρήγορα είχαν οι κωπηλάτες·
κι από το πλοίο το καλοζύγιστο πηδήσαν στη στεριά
σήκωσαν πρώτα απ’ τ’ όμορφο καράβι το Δυσσέα
μαζί με τα σεντόνια του λινά και ριγωτά,
στην άμμο τον ακούμπησαν στον ύπνο βυθισμένο,
σήκωσαν τα πολύτιμα, ‘κείνα οι γενναιόδωροι που πρόσφεραν Φαιάκοι

χάρη στη μεγαλόψυχη σπίτι σαν πάει Αθήνη. ...
Οδύσσεια ν’ 113-121
122-145 Και βάλανε τα δώρα κάτω απ’ την ελιά, έξω από το δρόμο, όσο κοιμάται όπως τον έφεραν με το σεντόνι, μη τα κλέψουν και, κίνησαν για τη Σχερία. Και τους βλέπει ο Ποσειδών και ζητάει εξηγήσεις απ’ τον Δία, γιατί οι Φαίακες και το και το: ‘’- Γιατί ακόμα κι οι θεοί με αγνοούν; Κι ενώ σχεδίαζα να κάνω αυτουνού πανδύσκολη επιστροφή, τον έφεραν, του κάνανε και δώρα’’. Ο Ζευς τον καθησυχάζει και του λέει να πράξει όπως ο ίδιος επιθυμεί.
146-187 Ο Ποσειδών λέει ότι σέβεται Δία πατέρα (των θεών), γι’ αυτό ζητά την άδεια για να πετρώσει το καράβι των Φαιάκων, ενώπιον της πόλης, για να παραδειγματιστούν και να ‘’σκεπάσει και την πόλη κι απ’ τα δυο’’. Κι αφού κι ο Ζευς δεν είχε αντιρρήσεις, έφτασε στη Σχερία, περίμενε το πλοίο να φανεί και το ‘κανε πόντικο νήσι, νησί στη μέση της θαλάσσης, πιάνοντας από πίσω κι από κάτω. Και βγάζοντας ότι κακό απωθημένο, έφυγε ησυχάζοντας προς ώρας.

1613365687487.png

Απόρησαν που βλέπανε οι Φαίακες ακίνητο το πλοίο και ο Αλκίνοος τους εξηγεί, πως όλα αυτά του τά ‘χε πει ο πατέρας. Έλεγε ο Ναυσίθοος: ‘’-Ο Ποσειδών μια μέρα το γρήγορο το πλοίο, που σε πορεία ανοδική σε θάλασσα μ’ ομίχλη θα το πετρώσει και τη δική μας πόλη θα σκεπάσει κι απ’ τα δυο, ώστε να σταματήσουμε με το κουβάλημα άλλων ανθρώπων, απ’ τη δική του εξαρτάται την καρδιά’’​
Σχόλιο: Μεγαλύτερη ένδειξη ότι Φαίακες ήταν τα πλοία και τα πληρώματα των Μινωιτών για να τους μεταφέρουν, ακόμα και μέχρι την Αμερική, μαζί με τους συμμάχους τους Αιγυπτίους, έμπειρους μόνο στα ποταμόπλοια, δεν υπάρχει…​
''... ἡμῖν, οὕνεκα πομποὶ ἀπήμονές εἰμεν ἁπάντων. ...''
Οδύσσεια ν’ 174
... μ’ εμάς, ένεκα διαρκώς είμαστε όλων οδηγοί. ...​
… Γι’ αυτό πάμε τουλάχιστον να κάνουμε θυσίες, δώδεκα ταύρων στο θεό τον Ποσειδώνα, μήπως γλιτώσουμε την πόλη. Τη ίδια ώρα που προσεύχονταν οι Φαίακες στο βωμό κάνοντας κύκλο γύρω-γύρω, στη Σχερία…​
188-193 Ξύπνησε ο Οδυσσέας, στη γη την πατρική, πού ‘χε σκεπάσει με ομίχλη η Αθηνά, κανείς να μη τον δει, η ίδια να τον βρει και τα καθέκαστα να πει



''... τοὔνεκ᾿ ἄρ᾿ ἀλλοειδέα φαινέσκετο πάντα ἄνακτι,
ἀτραπιτοί τε διηνεκέες λιμένες τε πάνορμοι
πέτραι τ᾿ ἠλίβατοι καὶ δένδρεα τηλεθόωντα
. ...''
Οδύσσεια ν’ 194-196​
Σχόλιο: Ήταν τα λόγια που με υποδέχτηκε ο Γιάννης Ζερβός το 2003, στην πρώτη τηλεοπτικά συνέντευξη, για την εκπομπή ‘’Φλέγοντα θέματα’’. Έμεινα άναυδος και, άρχισα από ‘δω κι εμπρός να ‘’δουλεύω’’ από το πρωτότυπο
... άρα ετούτων ένεκα αλλιώτικα εφαίνοντο όλα στο βασιλιά,
και μονοπάτια ανοιχτά και βολικά λιμάνια
και βράχοι κρεμασμένοι και δένδρα στον ανθό. ...​
197-233 Ανασηκώθηκε, δεν αναγνώρισε τον τόπο του και μετάνιωσε, που έφυγε από τους Φαίακες, τώρα που δεν έχει που να κρύψει τα πολύτιμα, και να τον πήγαιναν σε καλύτερο τόπο, γιατί άλλα του υποσχέθηκαν και αλλού τον έφεραν και ας τους τιμωρήσει ο Ζευς, που όλα τα κοιτά. Και κάθεται να μετρήσει τα δώρα και απορεί πως τίποτα δεν λείπει, παρά μόνο η πατρίδα! Κι ενώ έκλαιγε έρποντας ακόμα, ήλθε η Αθηνά, μοιάζοντας με βοσκόπουλο. Χάρηκε που το είδε πρώτο-πρώτο και ζήτησε βοήθεια να τα κρύψει. ‘’- Ποια γη, δήμος και άνθρωποι;​
... Μη κάποια νήσος φανερή, ή κάποια παραλία
σαν τέλειωμα στη θάλασσα μιας εύφορης στεριάς

Τότε η Αθηνά, θεά γαλανομάτα, γύρισε και του είπε:
«Νήπιος είσαι ξένε μου, ή μακριά πως ήλθες,
και με ρωτάς γι’ αυτή τη γη την όχι ξεχασμένη
που είναι και επώνυμη· όλοι που τη γνωρίζουν,
κι όσοι προς την ανατολή μένουν και προς τον ήλιο,
κι όσοι απ’ την άλλη τη μεριά τη σκοτεινή τη δύση.
Που κι αν τραχιά κι ιππήλατος δεν είναι,
δεν χάνει από καλούδια κι ας είναι και μικρή.
Διότι εκεί ατέλειωτη σπορά, εκεί δε και ο οίνος
παράγεται· και πάντα έχει βροχές και θαλερή την κάνει η υγρασία.
Καλές βοσκές γιδιών - βοδιών· είναι και φυτεμένη
παντού, και τα ρυάκια της ολόχρονα περνούν (κυλούν).
ΙΘΑΚΗ, ξένε, βέβαια αυτή και έφτασε το όνομά της και στην Τροία

που λέν’ πως είναι μακριά της γης των Αχαιών». ...''
Οδύσσεια ν’ 234-249​
250-286 Χάρηκε ο Οδυσσέας, αλλά κρύβει απ’ τον νέο το ποιος είναι, και ότι είχε ακούσει για Ιθάκη και στην Τροία και ότι ως φυγάς ήρθε εδώ, που σκότωσε στην Κρήτη τον Ορσίλοχο, τον υιό του Ιδομενέα.​
Σχόλιο: Όπως είδαμε σε προηγούμενη ραψωδία, ο Ιδομενέας έφτασε στην πατρίδα μια χαρά. Η υπόθεση με τον υιό του είναι φτιαχτή, εντός ενός καταιγισμού ψεμάτων, για παραπλάνηση του βοσκόπουλου. Ε λοιπόν, και κατά την αρχαιότητα και κατά τον Μεσαίωνα σκαρώνανε παραμύθια και αηδίες για έναν χρησμό που είχε πάρει ο Ιδομενέας, ότι θα σκότωνε κατά λάθος τον υιό του. Βλ. Wolfgang Amadeus Mozart ‘’Idimeneo Re De Krete’’
… Και συνέχισε να λέει ότι τον φυγάδευσαν Φοίνικες για την Πύλο ή την Ηλεία, αλλά τους πήρε ο άνεμος μέχρι εδώ όπου τον άφησαν για να γυρίσουν στη Σιδόνα!!!​
287-290 Την ‘’ξέρανε’’ την Αθηνά, της πέσανε και τα αυτιά και τα μάγια, έγινε πάλι όμορφη γυναίκα, ως γλαυκώπις, του έπιασε το χέρι και τον ‘’στόλισε’’ καταλλήλως:​
''... «κερδαλέος κ᾿ εἴη καὶ ἐπίκλοπος ὅς σε παρέλθοι
ἐν πάντεσσι δόλοισι, καὶ εἰ θεὸς ἀντιάσειε.
σχέτλιε, ποικιλομῆτα, δόλων ἆτ᾿, οὐκ ἄρ᾿ ἔμελλες,
οὐδ᾿ ἐν σῇ περ ἐὼν γαίῃ, λήξειν ἀπατάων
μύθων τε κλοπίων, οἵ τοι παιδόθεν φίλοι εἰσίν.
ἀλλ᾿ ἄγε, μηκέτι ταῦτα λεγώμεθα, εἰδότες ἄμφω
κέρδε᾿, ἐπεὶ σὺ μέν ἐσσι βροτῶν ὄχ᾿ ἄριστος ἁπάντων
βουλῇ καὶ μύθοισιν, ἐγὼ δ᾿ ἐν πᾶσι θεοῖσι
μήτι τε κλέομαι καὶ κέρδεσιν: οὐδὲ σύ γ᾿ ἔγνως
Παλλάδ᾿ Ἀθηναίην, κούρην Διός, ἥ τέ τοι αἰεὶ
ἐν πάντεσσι πόνοισι παρίσταμαι ἠδὲ φυλάσσω,

καὶ δέ σε Φαιήκεσσι φίλον πάντεσσιν ἔθηκα, ...''
Οδύσσεια ν291-302
... «Και συμφεροντολόγος είσαι μα και δολοπλόκος, ποιος σένανε μπορεί να ξεπεράσει
σε όλες τις κομπίνες, θεός κι αν ευρισκότανε εμπρός.
Άθλιε, πανούργε, στους δόλους βετεράνε, δεν έμελλες ακόμα,
ούτε μες στη δική σου άμα βρισκόσουνα τη γη, δεν θα ξεμπέρδευες με τις απάτες
τις αρπαχτές των μύθων, είναι για σένα προσφιλές πάνω τους να πατάς.
Αλλ’ άντε να μη λέμ’ αυτά, εμείς να γνωριστούμε
πιο καλά, γιατί... συ μεν μες σ’ όλους τους θνητούς ο άριστος
σε γνώμη και σε μύθους, εγώ δε σ’ όλους τους θεούς
στη σκέψη και δοξάζομαι και σ’ όλα τα καλά. Βέβαια ούτε γνώρισες εσύ
την Αθηνά ΠΑΛΛΑΔΑ, κόρη του Διός, που πάντα και για σένα

παρίσταμαι σ’ όλα σου τα προβλήματα αυτή που σε φυλώ,
κι αγαπητό και σ’ όλους φίλο σε έκανα στους Φαίακες
. ...​
Σχόλιο: Είναι η κορυφαία στιγμή που ο Όμηρος παρουσιάζει, ακριβώς στο μέσον της Οδύσσειας, αυτό το αξεπέραστο δίπολο Οδυσσέας-Αθηνά, και πόσο παρόμοιες ιδιότητες έχουν.​
303-310 Ήλθα, του λέει, για να ‘’σὺν μῆτιν ὑφήνω ’’, συνυφασμένη για να γίνω με τη σκέψη τη δική σου. Να κρύψουμε τα πολύτιμα, να καταστρώσουνε το πλάνο, να υπομείνεις βιαιότητες, τους εξευτελισμούς, τους προπηλακισμούς, όταν θα έχεις μπει ανάμεσα, για να σκοτώσεις τους μνηστήρες.​
311-328 Ο Οδυσσέας παραδέχεται ότι την είχε πάντα δίπλα του στην Τροία … Μια θεά που σ’ ότι ήθελε θα μεταμορφωνόταν, μόνο που στα ταξίδια ήτανε απούσα, ενώ ο ίδιος πάντα την είχε στο μυαλό του (μήπως είναι θεός και αφοπλίζει μια θεά;…). Αναγνωρίζει ότι ήταν δίπλα του στους Φαίακες σε κάθε βήμα και της ζητά να αποδείξει ότι είναι στην Ιθάκη.​
329-351 Η Αθηνά του λέει ότι είναι κοντά του επειδή είναι εγκάρδιος, έξω καρδιά και μυαλωμένος και έχει φρόνηση και γνώση. Που ένας άλλος θα ευχότανε να ‘ρχόταν η στιγμή να ‘ ρχότανε και να δοκίμαζε, το πόσο δάκρυ έχυσε η σύζυγος, τις μέρες που στεγνώναν οι βραδιές: ‘’- Και τούτο δεν μου ξέφυγε, αν και τον Ποσειδώνα δίσταζα να πολεμήσω, που ήταν του πατέρα χολωμένος αδελφός, που τύφλωσες Πολύφημο τον υιό του’’. Κι άρχισε να του δείχνει την Ιθάκη και να το σπήλαιο με τις νεράιδες, να η ελιά, εδώ στου Φόρκυνα τ’ απάγκιο το λιμάνι και Νήριτο βουνό το δασωμένο από πάνω.​
352-371 Σκόρπισε την ομίχλη, το μέρος αναγνώρισε κι έπεσε να φιλάει την εύφορη τη γη. Στις ναϊάδες υποσχότανε τα δώρα όπως παλιά και μήτε φανταζότανε πως θα την ξαναδεί. Η Αθηνά τον διακόπτει και του λέει να σηκώσουνε τα δώρα, σε μια μοναδική σκηνή θεάς ως υπηρέτη ενός θνητού και τον καθοδηγεί να μεταφέρει στη σπηλιά κι η ίδια η Αθηνά, την είσοδο φρακάρει μ’ ένα λίθο, αφού είναι Παλ-λάς, κούρη Διός που γαλουχήθηκε από αίγα.​
372-415 Μια τρυφερή σκηνή κι αγαπημένη τώρα, όπως δυο παιδάκια δίπλα-δίπλα σε πεζούλι, οι Οδυσσέας-Αθηνά, επάνω στης ελιάς το ρίζωμα τα λένε, για την εξόντωση των υπερφίαλων μνηστήρων. …Και που μιά τριετία, πήραν την εξουσία, θρονιάστηκαν μες στο παλάτι, κι η Πηνελόπη για να επιβιώσει υπόσχεται το γάμο.​
Ο Οδυσσέας ευχαριστεί την Αθηνά που του άνοιξε τα μάτια, να μην πάει (σαν το σκυλί στ’ αμπέλι και) σαν τον Αγαμέμνονα μες στο παλάτι. Ζητάει να την έχει δίπλα του, όπως στην Τροία και να τον οδηγεί. Εκείνη τον καθησυχάζει και του λέει θα βοηθήσει και δεν χρειάζεται να την παρακαλάει…​
Σχόλιο: Στην ανάλυση της ραψωδίας χ’ – ‘’Μνηστηροφονία’’, είχαμε διαπιστώσει το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή η Αθηνά τον έχει ανάγκη, γιατί είναι το εκτελεστικό όργανό της, με σκοπό την εξολόθρευση των μνηστήρων, που έχουν πραγματοποιήσει ύβρη και γι’ αυτό τον φέρνει από το ‘’πουθενά’’, προλαβαίνοντας τα γεγονότα την τελευταία στιγμή. Γι’ αυτό είχε στείλει και για προπόνηση τον Τηλέμαχο σε Πύλο και Σπάρτη.
… Και διαβλέπει ότι το αίμα των μνηστήρων θα πλημμυρίσει το παλάτι. Πρώτα-πρώτα, του εξηγεί τη διαδικασία πως θα τον μεταμορφώσει σε γέρο ζητιάνο και μετά του λέει να πάει στον χοιροβοσκό τον Εύμαιο, εκεί κοντά, στην Κορακόπετρα και την Αρέθουσα πηγή. Να μείνει εκεί όσο η ίδια να φέρει από τη Σπάρτη τον Τηλέμαχο, ο οποίος πήγε εκεί για τον ίδιο να ρωτήσει άμα ζει, κι έχει ξεμείνει εκεί πέρα.​
416-440 Τη ρωτάει, γιατί η ίδια δεν του το ‘πε και τον έστειλε στο άγνωστο; Του απαντάει: ‘’- Για ν’ αποκτήσει δόξα, και μην ανησυχείς, σε γάμο βρίσκεται. Βέβαια καραδοκούν να τον σκοτώσουν, αλλά δεν το πιστεύω, πρώτα η γη θα καταπιεί αυτούς’’. Και τότε τον μεταμόρφωσε σε γέροντα, ζητιάνο, κουρελή. Και χωρίσανε οι δρόμοι τους, αυτός πάει στον Εύμαιο κι αυτή στη Λακεδαίμονα.​





ΕΙΚΟΝΕΣ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ:
Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ ΤΩΝ ΦΑΙΆΚΩΝ, από τη Σχερία στην Ιθάκη της Οδύσσειας.
ΑΘΕΡΑΣ, ο υπήνεμος λιμένας του Φόρκυνα.
Το καραβάκι σύμβολο της θεωρίας του Νίκου Λιβαδά, αυτή τη φορά χωρίς πηδάλιο, γιατί είναι η απήδαλος ναυς των Φαιάκων.

ΕΙΚΟΝΕΣ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟΥ:
Το τοπίο της αναχώρησης του πλοίου των Φαιάκων. Πόντικο-νήσι, μια εκδοχή για το πετρωμένο καράβι των Φαιάκων.
ΑΘΕΡΑΣ, ο υπήνεμος λιμένας του Φόρκυνα, όπως φαίνεται προσεγγίζοντας και όπως είναι από κοντά.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΊΣΗΣ:
https://homericithaca.com/threads/43/ , https://homericithaca.com/threads/40/ ,
 
Τελευταία επεξεργασία:

Σχόλια

Μπλουζα Κάτω μέρος