Ραψωδία τ΄ - Κυνήγι αγριογούρουνου στον Παρνασσό

1601410309917.png


1601409938824.png
1601410147307.png

Όταν έγινε έφηβος ο Οδυσσέας πήγε στον Παρνασσό να γνωρίσει την οικογένεια του παππού του Αυτόλυκου και να παραλάβει τα δώρα που είχε υποσχεθεί ο Αυτόλυκος για τον έγγονό του την ημέρα που γεννήθηκε και του έδωσε το όνομα Οδυσσεύς.

«... Τῶν ἕνεκ’ ἦλθ’ Ὀδυσεύς, ἵνα οἱ πόροι ἀγλαὰ δῶρα. ...»
Οδύσσεια τ' 413
... Ένεκ’ αυτών ήλθ’ Οδυσσεύς, εκεί δώρα να πάρει ακριβά. ...
‘‘ἵνα πόροι’’, μετάφραση όπως ακούγεται.
Το επόμενο πρωί, μαζί με τους θείους του, ξεκίνησε να πάει για κυνήγι στο βουνό:​
"... Ἦμος δ’ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
βάν ῥ’ ἴμεν ἐς θήρην, ἠμὲν κύνες ἠδὲ καὶ αὐτοὶ
υἱέες Αὐτολύκου· μετὰ τοῖσι δὲ δῖος Ὀδυσσεὺς
ἤιεν. Αἰπὺ δ’ ὄρος προσέβαν καταειμένον ὕλῃ
Παρνησοῦ, τάχα δ’ ἵκανον πτύχας ἠνεμοέσσας.
Ἠέλιος μὲν ἔπειτα νέον προσέβαλλεν ἀρούρας
ἐξ ἀκαλαρρείταο βαθυρρόου Ὠκεανοῖο,
οἱ δ’ ἐς βῆσσαν ἵκανον ἐπακτῆρες· πρὸ δ’ ἄρ’ αὐτῶν
ἴχνι’ ἐρευνῶντες κύνες ἤισαν, αὐτὰρ ὄπισθεν
υἱέες Αὐτολύκου· μετὰ τοῖσι δὲ δῖος Ὀδυσσεὺς
ἤιεν ἄγχι κυνῶν κραδάων δολιχόσκιον ἔγχος.
Ἔνθα δ’ ἄρ’ ἐν λόχμῃ πυκινῇ κατέκειτο μέγας σῦς.
Τὴν μὲν ἄρ’ οὔτ’ ἀνέμων διάη μένος ὑγρὸν ἀέντων,
οὔτε μιν ἠέλιος φαέθων ἀκτῖσιν ἔβαλλεν,
οὔτ’ ὄμβρος περάασκε διαμπερές· ὣς ἄρα πυκνὴ
ἦεν, ἀτὰρ φύλλων ἐνέην χύσις ἤλιθα πολλή.
Τὸν δ’ ἀνδρῶν τε κυνῶν τε περὶ κτύπος ἦλθε ποδοῖιν,
ὡς ἐπάγοντες ἐπῇσαν· ὁ δ’ ἀντίος ἐκ ξυλόχοιο,
φρίξας εὖ λοφιήν, πῦρ δ’ ὀφθαλμοῖσι δεδορκώς,
στῆ ῥ’ αὐτῶν σχεδόθεν. Ὁ δ’ ἄρα πρώτιστος Ὀδυσσεὺς
ἔσσυτ’ ἀνασχόμενος δολιχὸν δόρυ χειρὶ παχείῃ,
οὐτάμεναι μεμαώς· ὁ δέ μιν φθάμενος ἔλασεν σῦς
γουνὸς ὕπερ, πολλὸν δὲ διήφυσε σαρκὸς ὀδόντι
λικριφὶς ἀίξας, οὐδ’ ὀστέον ἵκετο φωτός.
Τὸν δ’ Ὀδυσεὺς οὔτησε τυχὼν κατὰ δεξιὸν ὦμον,
ἀντικρὺς δὲ διῆλθε φαεινοῦ δουρὸς ἀκωκή,

κὰδ δ’ ἔπεσ’ ἐν κονίῃσι μακών, ἀπὸ δ’ ἔπτατο θυμός...."
Οδύσσεια τ' 428-454
... Άμα ξημέρωσε κι εφάνη η Αυγή με τις ακτίνες τις ροδαλές,
κινήσανε να πάνε στο κυνήγι, από τη μία τα σκυλιά κι από την άλλοι οι ίδιοι
του Αυτολύκου οι υιοί· και με αυτούς μαζί ευλογημένος Οδυσσεύς
ακολουθούσε. Και προς τ’ απότομο το όρος κατευθυνθήκαν το δασοκαλυμμένο
του Παρνασσού, φτάσανε δε ταχύτατα στις ανεμόδαρτες πλαγιές.
Ήλιος μεν έπειτα ξανά φώτισε τα χωράφια
απ’ τον βαθύ Ωκεανό που αργά κυλάει τα νερά του,
και φτάσανε σε μια χαράδρα οι κυνηγοί· ενώ μπροστ’ απ’ αυτούς
(για) ίχνη ερευνώντας προχώρησαν οι σκύλοι, αμέσως όπισθεν
του Αυτολύκου οι υιοί μαζί δε με αυτούς ευλογημένος Οδυσσεύς
ερχότανε πολύ κοντά στους σκύλους κραδαίνοντας
κοντάρι απ’ τα μακριά.
Κάπου εκεί και σε πυκνή λόχμη μεγάλος κάπρος έκειτο από κάτω.
Έτσι που μεν αυτήν ούτε διαπερνάει ανέμων η ορμή υγρή όπως ξεσπούσε,
ούτε ο ήλιος την προσέβαλε ο φαέθων με ακτίνες,
ούτ’ η βροχή επέρναγε διαμπερώς· πυκνή έτσι όπως
ήταν, συγχρόνως στρώμα φύλλων άφθονων άπλωνε από κάτω.
Σ’ αυτόν δε περιήλθε κτύπος από τα πόδια ανδρών μα και σκυλιών
όπως επήγαιναν επάνω (του) να πέφταν· κι αυτός αντίκρυ απ’ τη συστάδα,
μεγάλο απ’ τη χαίτη σχηματίζοντας λοφίο, και μάτια (του) πετάγοντας φωτιές,
ορθώθη δίπλα σε αυτούς. Τότε ο Οδυσσέας πρώτος-πρώτος
έσεισε δόρυ το μακρύ σηκώνοντας ψηλά με χέρι στιβαρό,
θέλοντας να χτυπά διακαώς· όμως προφταίνοντας ο κάπρος εχτύπησε αυτόν
πάνω από το γόνατο, και με το δόντι ξέσκισε πολλήν εκ της σαρκός
περνώντας στα ξυστά, ενώ δεν έφτασε στ’ ανθρώπου το οστούν.
Αλλά ο Οδυσσεύς χτύπησε πετυχαίνοντας αυτόν κάτω από τον ώμο τον δεξή,
διήλθε δε αντίκρυ τού φαεινού του δόρατος αιχμή,

κατέπεσε κι αγκομαχώντας μες στη σκόνη, και η ψυχή φτερούγισε μακριά. ...

430 & 437: «... υἱέες Αὐτολύκου· μετὰ τοῖσι δὲ δῖος Ὀδυσσεὺς ...»​

‘‘Μετὰ τοῖσι δὲ’’. Όμως μπορεί να λάβει και την μελλοντική του σημασία, «μετά από αυτούς», γιατί κάνει παράθεση πρωταγωνιστών: σκυλιά, γιοι Αυτόλυκου, Οδυσσέας. Όμως αυτό που ισχυριζόμαστε καταρρίπτεται κατόπιν, αφού ο Οδυσσέας μαζί με τα σκυλιά προηγείται κραδαίνοντας μακρύ κοντάρι...! (τ΄ 438). Οπότε προχωράμε σε ‘‘Ομηρικό συμβιβασμό’’: Στο τ΄ 430 που ανηφορίζουν ακολουθεί μετά, ενώ στο τ΄ 437 που επιτίθενται, προηγείται μαζί με τα σκυλιά στο κυνήγι...!

(Ο Οδυσσέας όμως διαφωνεί με αυτόν τον συμβιβασμό γιατί από ότι φαίνεται κατά τη διαδρομή ενθουσιασμένος πήγαινε μπρος-πίσω πηδώντας σαν ζαρκάδι).



1601412935013.png


«... Παρνησοῦ, τάχα δ’ ἵκανον πτύχας ἠνεμοέσσας.
Ἠέλιος μὲν ἔπειτα νέον προσέβαλλεν ἀρούρας
ἐξ ἀκαλαρρείταο βαθυρρόου Ὠκεανοῖο, ...»
Οδύσσεια τ' 432-434​

Δηλαδή ακόμα και ο βόρειος Ευβοϊκός είναι Ωκεανός, γιατί για τον Παρνασσό από εκεί ανατέλει ο Ήλιος και μάλιστα ο Όμηρος γνωρίζει ότι κυλά σαν αργό ποτάμι!!!

1601413345558.png
1601413392844.png


435: «... οἱ δ’ ἐς βῆσσαν ἵκανον ἐπακτῆρες· πρὸ δ’ ἄρ’ αὐτῶν ...»
... και φτάσανε σε μια χαράδρα οι κυνηγοί· ενώ μπροστ’ απ’ αυτούς ...​
Αυτό το ‘‘ἐς βῆσσαν’’, ακούγεται ως ‘‘έσβησαν’’ (...από τα μάτια μας μες στο φαράγγι).​
443: «... ἦεν, ἀτὰρ φύλλων ἐνέην χύσις ἤλιθα πολλή. ...»​

Απ’ την αρχή που ασχολήθηκα με την έρευνα, είχα πληροφορηθεί ότι υπάρχει άγνοια στην φιλολογική κοινότητα για το ποιος είναι ο θάμνος με το όνομα ΦΥΛΙΗ:

Όταν ερευνούσα ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ TΩN ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΟΜΗΡΙΚΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ στη Σάμο, είχα διαπιστώσει ότι ο ένας από τους δύο δήμους που ίδρυσαν εκεί οι οπαδοί του Νηλέα, Τεμβρίων και Προκλής, ονομαζόταν ΧΥΣΊΑ! (ο άλλος Αστυπαλαία, βλ. «Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑ»),


Καταλήγω να πιστεύω όσο περνάει ο καιρός από τότε, ότι η Χυσία πρέπει να οριοθετείται εκεί που είναι σήμερα το ΚΑΡΛΟΒΑΣΙ!...


1601414079005.png

Το Καρλόβασι έχει ποτάμια, έχει πλούσια βλάστηση, έχει και ΠΛΑΤΑΝΙΑ τα οποία «χύσιν δ’ ἐπεχεύατο φύλλων.», Οδύσσεια, ε΄ 487.​
Το πλατάνι όπου εμφανίζεται μας μαρτυρά ότι υπάρχει πλούσιος υπέργειος και υπόγειος υδροφόρος ορίζοντας.​
Και πόσο όμορφα στρώνει με φύλλα τα πρανή των ποταμών!​
ΧΥΣΊΑ λοιπόν ΤΟ ΚΑΡΛΟΒΑΣΙ και ΠΛΑΤΑΝΙ η ΦΥΛΙΗ...​
449: «... οὐτάμεναι μεμαώς· ὁ δέ μιν φθάμενος ἔλασεν σῦς ...»
... θέλοντας να χτυπά διακαώς· όμως προφταίνοντας ο κάπρος εχτύπησε αυτόν ...​

Σε έναν παλαιό τουριστικό οδηγό της σημερινής Ιθάκης, διάβασα ότι το όνομά της προήλθε λέει, από το Φοινικικό ‘‘ούτικα’’!! Αν Κεφαλληνία και Ιθάκη μοιάζουν από αέρος ως κτυπημένες, είναι άλλο θέμα. Εγώ τους μόνους Φοίνικες που βρήκα στην Οδύσσεια είναι κάτι ‘‘τρώκτες’’ (τρωκτικά) που κλέβουν παιδιά (γύφτοι, ένα πράμα) ή έναν άλλον παμπόνηρο Φοίνικα που πήρε τον ψευτο-Οδυσσέα από τη Φοινίκη (στη ραψ. ξ΄) σε ένα ταξίδι πειρατικό.

Πουθενά η αρχαιολογική σκαπάνη, σε Αίγυπτο, Ελλάδα, Τουρκία (Χετταίοι) και Ισραήλ (Παλαιά Διαθήκη), δεν βρήκαν τίποτα για να διασταυρώσουμε και να επαληθεύσουμε ότι υπήρξε ποτέ λαός με επιδρομές και που εξανδραπόδιζε λαούς, μετέφερε πληθυσμούς και άλλαζε τις τοπικές ονομασίες.

Ούτε βέβαια ότι εδώ στα μέρη μας ομιλείτο καμία Φοινικική διάλεκτος

.



451: «... οὐδ’ ὀστέον ἵκετο φωτός. ...» = ... ενώ δεν έφτασε στ’ ανθρώπου το οστούν. ...​
Φως, φωτός (όχι φάος) = ανθρωπάκι, ανθρώπου.​
...Το οποίο για εμάς θα μπορούσε να μεταφραστεί: ‘‘Δεν ήρθε στο φως το κόκκαλο’’!​

Το λάθος αυτό γίνεται εδώ και αιώνες σε εκκλησιαστικά δρώμενα, γιατί ‘‘φως εκ φωτός’’ σημαίνει τη μεταλαμπάδευση της πίστης από άνθρωπο σε άνθρωπο και αυτοί ανάβουν λαμπάδες!

 
Τελευταία επεξεργασία:

Σχόλια

Μπλουζα Κάτω μέρος