Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΣΑΜΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ (θεατρικό έργο)

1590800446998.png

ΣΚΗΝΗ α'​

210 π.Χ.​

Ευρισκόμαστε στις αρχαίες Ομηρικές γιορτές της Σάμης, στο θέατρο της πόλης.
Υπάρχει εντός της σκηνής μας μέρος του αρχαίου θεάτρου. Στις πρώτες σειρές οι επίσημοι καλεσμένοι από διάφορες πόλεις: Αθήνα, Σπάρτη (ο νεαρός στρατιωτικός Υβρίστας με ανθοδέσμη), από περιοχές, από κράτη γειτονικά και μακρινά: Μακεδονία, Σάμο, Αχαϊκή Συμπολιτεία, Αιτωλική Συμπολιτεία, ακόμα και Ρώμη.
Στη σκηνή του αρχαίου θεάτρου παρουσιάζεται μέρος της Οδύσσειας με τίτλο "Δημόδοκος, μιλώντας ο Όμηρος για το έργο του".
Ενώπιον των αντιπροσωπειών, πρώτο πλάνο ο τυφλός αοιδός της Σχερίας Δημόδοκος, να απαγγέλλει στεφανωμένος, κρατώντας φόρμιγγα, ενώ κοντά ο βασιλιάς των Φαιάκων Αλκίνοος, η βασίλισσα Αρρήτη και ο Οδυσσέας...
... Ο οποίος ακούγοντας τα λόγια του αοιδού ξεσπάει σε αναφιλητά και προσπαθεί να μη γίνει αντιληπτός, κρυμμένος κάτω από το μανδύα του.
Σε δεύτερο πλάνο και εντός του δρώμενου, δυο Αχαιοί, Μενέλαος και Οδυσσέας, πηδούν μέσα απ' τα χαλάσματα, ξαπλώνουν κάτω μεθυσμένους Τρώες, οι γυναίκες πέφτουν πάνω στους νεκρούς την ώρα που εκείνοι και άλλοι στρατιώτες, κόβοντας ξύλα τις χτυπούν στην πλάτη για να τις απομακρύνουν όπως λέει ο Δημόδοκος.
(Στους θεατές, μούσια έχουν οι Έλληνες, ενώ οι Ρωμαίοι είναι ξυρισμένοι. Οι Σαμικοί, αλλά κι οι Σάμιοι φέρουν το έμβλημα της πόλεως).

ΔΗΜΟΔΟΚΟΣ
"...γιατί γραφτό να απολεσθούν αφού χαθεί η πόλις
στο Δούρειο μέγα Ίππο, όπου κρυφά οι καλύτεροι απ' όλους
τους Αργείους, που έφεραν το φονικό το θάνατο στους Τρώες".
ΑΦΗΓΗΤΗΣ (Όμηρος)
Τραγούδαγε πως τα παιδιά των Αχαιών κατέκτησαν την πόλη
πως απ' τον Ίππο χύθηκαν, άφησαν την κρυψώνα.
Το χάος την καταστροφή τραγούδαγε της πόλης.
ΔΗΜΟΔΟΚΟΣ

"...Και ούτε τόσο δα φοβήθηκε το Δία ο Οδυσσέας, όταν παλάτια
πάτησε παρόμοιος με τον Άρη, μαζί με τον Μενέλαο τον θεικό αντάμα.
Εκείθ' ως είπε έπρεπε μεγάλη μάχη να τολμήσεις

και νίκη στη μεγάθυμο Αθηνά -των Κεφαλλήνων- να χρωστάς..."
ΑΦΗΓΗΤΗΣ (Όμηρος)
Να πως τραγούδαγε ο Αοιδός ο ξακουστός. Ο Οδυσσέας τότε
έλιωνε, το δάκρυ από τα βλέφαρα στα μάγουλα κυλούσε.
Όπως γυναίκα κλαίγοντας πέφτει... σε άνδρα αγαπημένο
τέτοιον που έπεσε μπροστά στα τείχη και στην πόλη
που υπερασπιζόμενος πατρίδα και παιδιά του κακή τον πήρε μοίρα
κι εκείνη αυτόν πεθαίνοντας να ξεψυχά τον είδε
και με λυγμούς λιγοθυμά πάνω του σπαρταρώντας κι οι άλλοι πίσω
κόβοντας ξύλα κι αυτήν στο σβέρκο και στους ώμους
την κτυπούν... με βία την τραβάνε πίκρες να βρει και βάσανα
κι απ' τον αβάσταχτο καημό μάγουλα να στεγνώνουν...
Έτσι του Οδυσσέα πια τα μάτια του μουσκεύαν.
Κι ενώ απ' τους άλλους ξέφευγε σκεπάζοντας τα δάκρυα
μονάχα ο Αλκίνοος κατάλαβε και είδε,
κοντά του το αναστέναγμα το άκουσε βαρύ.

Και στους Φαιάκους π' αγαπούν τη θάλασσα γυρνά.
ΑΛΚΙΝΟΟΣ
"...Την προσοχή σας αρχηγοί και των Φαιάκων βουλευτές
ήδη και τη γλυκιά τη φόρμιγγα σταμάτησε ο Δημόδοκος
γιατί δεν φέρνει τη χαρά σ' όλους μ' αυτά που λέει.
Μετά το δείπνο π' άρχισε ο θείος αοιδός
και μέχρι τώρα δε σταμάτησε το κλάμα γοερό
ο ξένος... κι όλο και πιο πολύ το άγχος τον κυκλώνει.
Αλλ' άντε και αυτός θα σταματήσει, όλοι για να χαρούμε
φιλοξενούντες και φιλοξενούμενος, έτσι επειδή καλύτερο πολύ
γιατί για ευχαρίστηση του ξένου όλα είναι
με το φευγιό τα δώρα με αγάπη, που δίνουμε φιλεύοντάς τον.
Σαν αδελφός ο ξένος κι ο ικέτης είναι

κι ο άνθρωπος πολύ δεν θέλει για να το καταλάβει...."
Γυρίζοντας προς τον Οδυσσέα
"...Και τώρα συ από μια σκέψη πονηρή μην κρύψεις
ότι κι αν σε ρωτώ, να μου το πεις καλύτερο θα είναι.
Πες τ' όνομα με κείνο που σε φωνάζουν η μητέρα κι ο πατέρας
κι οι άλλοι μες στην πόλη και όσοι μένουνε κοντά.
Γιατί δε μένει ανώνυμος κανείς επί μακρόν μες στους ανθρώπους
ούτε κακός κι ούτε καλός, απ' τη στιγμή που εγεννήθη,
αλλά σε όλους δίνουν, αφότου οι γονείς τους τούς γεννούν.
Περίγραψε τη χώρα σου σ' εμέ, το δήμο και την πόλη,
για να σε συνοδεύσουνε σκεπτόμενα καράβια
διότι δεν τους δίνουνε Φαίακες οδηγίες,
ούτε πηδάλι' έχουνε που έχουν τ' άλλα πλοία,
αλλά αυτά γνωρίζουνε σκέψη, μυαλό ανθρώπων
κι όλων γνωρίζουν και χωριά και πλούσια χωράφια
ανθρώπων που και πέλαγα γοργά τα διασχίζουν
κι αν η ομίχλη, σκοτεινιά σκεπάζει ούτε τότε
ούτε ποτέ μπερδεύονται, δεν τρέμουν μη χαθούνε.
Μα κάποτε άκουσα αυτό απ' τον πατέρα μου που τό 'πε
Ναυσίθοο, που έλεγε ότι ο Ποσειδών θα τιμωρήσει
εμάς, που διαρκώς απέναντι περνάμε όλους.
Κι είπε πως μια φορά το γρήγορο καράβι των Φαιάκων
που σε πορεία ανοδική σε θάλασσα μ' ομίχλη θα καταστρέψει,
και επί τόπου με μέγα όρος την πόλη θα σκεπάσει κι απ' τα δυό.
Κι ο γέρος όπως έλεγε αν δηλαδή θα γίνουν
ή κι αν δε θα γενούν, απ' την καλή του εξαρτάται την καρδιά.
Αλλ' άντε πες το μου αυτό και την αλήθεια λέγε.
Πόσο περιπλανήθηκες, ποιες απ' τις χώρες είδες
ανθρώπων, τόσο αυτών που πόλεις μένουνε καλές
όσο κι αυτών που χαλεποί και άδικοι και άγριοι,
αυτούς πού 'ναι φιλόξενοι, κι αυτών που το μυαλό σκαμπάζει.
Και πες μου γιατί κλαις κι οδύρεται η ψυχή σου
ακούγοντας στο Ίλιο των Δαναών παθήματα Αργείων.
Γιατί οι θεοί ορίσανε όλεθρο των ανθρώπων
ώστε οι μεταγενέστεροι τραγούδι να τον κάνουν.
Ή μήπως κάποιος κάποτε στο Ίλιο δικός σου εχάθη
καλός αν ήταν ή γαμβρός ή πεθερός; Και πόσο μάλιστα
ακριβοί αν απ' το αίμα ή το γένος μας χαθούνε.
Ή κάποιο φίλο χαρισματικό που γνώρισες λαμπρό
καθότι απ' τ' αδέλφια μας χειρότερος δεν είναι,

που φίλος κι αν βρεθεί με χάρες φορτωμένος..."
ΑΦΗΓΗΤΗΣ (Όμηρος)
Με σκέψη ο Οδυσσέας γύρισε και του είπε:
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Αλκίνο' άρχοντα λαμπρέ μεγάλε στους λαούς σου

είναι καλό του αοιδού που ακούγαμε τα λόγια
τέτοιου που είναι οι θεοί μέσα του να μιλάνε.
Διότι δεν πιστεύω εγώ καλύτερο να υπάρχει
όταν λαός με λογική νά 'χει και φρονιμάδα
και στα παλάτια στη σειρά ν' ακούει αοιδό.
Συνδαιτυμόνες τραπεζιού που πλήθει,
ψωμί και κρέας, μέθεξη κρατήρες να αδειάζουν
κι οι οινοχόοι να γεμούν ποτήρια απ' τα καλά.
Εμένα έτσι μου φαίνεται το πιο καλό πως είναι...
Ενώ η δική σου η ψυχή τα βάσανα μου θέλει
να με ρωτά για να πονώ ακόμα μια φορά.
Τι πρώτο και τι έσχατο έπειτα να σου πω
απ' τα πολλά τα βάσανα που οι θεοί μου δώσαν;
Και τώρα πρώτα τ' όνομα θα πω ώστε κι εσείς
να ξέρετε κι εγώ μετά αν ξεφύγω τη μέρα την κακιά
φίλος θα είμαι για εσάς κι ας μένω μακριά.
Είμ' Οδυσσεύς ο υιός του Λαέρτη που για δολοπλοκίες υμνούμαι
σ' όλους τους ανθρώπους, και η δικιά μου δόξα στους ουρανούς έχει φτάσει.
Και μένω στην Ιθάκη την καλοδειλινάτη κι ενώπιον βουνό
το Νήριτο βαθύσκιωτο το μεγαλοπρεπές και γύρω του νησιά
πολλά που κατοικούνται δίπλα τό 'να με τ' άλλο
και Δουλιχίου και Σάμη κι η Ζάκυνθος η δασωμένη.
Κι ετούτη χαμηλή και απομακρυσμένη μέσα στη θάλασσα
στα δυτικά κι εκείνες κατ' αντίθεση προς την ανατολή και προς τον ήλιο.
Τραχιά, μα τρέφει Άνδρες απ' την οποία βέβαια εγώ

στη γη άλλο γλυκύτερο δεν δύναμαι να αντικρίσω.

Οι θεατές του αρχαίου θεάτρου της Σάμης ξεσπούν σε ζητωκραυγές και χειροκροτήματα. Οι πρωταγωνιστές υποκλίνονται. Οι θεατές αποχωρούν...
Ρωμαίος α': Μα είναι δυνατόν να πανηγυρίζουν τη σφαγή των προγόνων μας;
Ρωμαίος β': Ποιών προγόνων; 'έπαιζε' και ο Ρώμη στην Τροία;
Ρωμαίος α': Δεν το ξέρεις ότι καταγόμαστε από τον Αινεία, πρίγκιπα της Τροίας που μετά κατέφυγε στο Λάτιο !
Μακεδόνας προς Αθηναίο: Η ανθρωπότητα τον Μέγα Αλέξανδρο ίσως τον ξεχάσει, τα έπη του Ομήρου όμως θα μείνουν αθάνατα !
Αθηναίος: Ο Μέγας Αλέξανδρος θαύμαζε τον Αχιλλέα, εμείς με το ναυτικό μας κράτος εμπνεόμαστε από τον Οδυσσέα και την Αθηνά μας.

Όσο αποχωρεί ο κόσμος σβήνουν οι δάδες, χαμηλώνει ο φωτισμός, ενώ ο Υβρίστας κατευθύνεται προς την πρωταγωνίστρια Αρήτη, με την ανθοδέσμη και πιάνουν κουβέντα. Σιγά σιγά εκείνη λύνει τα μαλλιά της και πλησιάζει όλο και πιο κοντά:
Υβρίστας: Είσαι το λουλούδι της γης των Κεφαλλήνων. Έλα μαζί μου στη Σπάρτη.
"Αρήτη": Αγάπη μου κι εγώ δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Όμως στην πατρίδα σου πως θα ζήσω; οι δικοί μου δεν θα με αφήσουν.
Υβρίστας: Σε σκέφτομαι αδιάκοπα.
"Αρήτη": Άλλωστε, εγώ μια καλλιτέχνης, πως θα κοιμάμαι με τις στρατιωτίνες στην όχθη του Ευρώτα !
Υβρίστας: Δυστυχώς για τη Σπάρτη, δεν είμαστε πια στην εποχή του Λεωνίδα... (Την αγκαλιάζει και τη φιλά, πέφτει η αυλαία).

Το φυσικό λιμάνι της Σάμης αποτελούσε πάντα, όπως και σήμερα, ένα σημαντικό σταυροδρόμι επικοινωνίας μεταξύ Ελλάδας και Δύσης. Και παράλληλα κέντρο εμπορικών, πολιτιστικών και καλλιτεχνικών ανταλλαγών.
Η επίκαιρη γεωγραφική θέση του λιμανιού της, πάνω στο δρόμο μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας, είχε γίνει αντιληπτή και από τους Ρωμαίους, οι οποίοι συμπεριέλαβαν την κατάκτησή της στις άμεσες προτεραιότητές τους... (Ενημερωτικός οδηγός ΔΗΜΟΥ ΣΑΜΗΣ 2005)
1590849011124.png


ΣΚΗΝΗ β'​

Οκτώβρης 189 π.Χ.​

Η Τετράπολις της Κεφαλληνίας, Σάμη, Κράνη, Πάλλη, Πρόννοι, έχει παραδώσει 40 ομήρους στους Ρωμαίους, από δέκα η κάθε μια.. Φτάνει ο στρατηγός Υβρίστας με ενισχύσεις από τη Σπάρτη και προχωράει σε σύσκεψη:

ΣΑΜΙΟΣ α': Καλώς μας ήλθες στρατηγέ, παρ' ότι έχεις αργήσει. Τώρα θά 'χουμε ήσυχο το κεφάλι μας και δεν υπάρχει πρόβλημα.
ΥΒΡΙΣΤΑΣ: Γεια σας κι εσάς... Ήθελα να ρωτήσω, εσείς τι πήρατε από τους Ρωμαίους;
.......................................... άφωνοι.............................​
ΥΒΡΙΣΤΑΣ: Κι έχετε την εντύπωση ότι αυτοί οι Ετρούτσκοι θα τηρήσουν τις υποσχέσεις; αυτοί είναι βάρβαροι.
ΣΑΜΙΟΣ β': Όταν στις αρχές του χρόνου η Σύγκλητος εξέλεξε στη θέση του Κορνήλιου Σκιπίωνα τον Μάρκο Φούλβιο Νοβιλιόρα η επαρχία που του κληρώθηκε ήταν η Αιτωλία. Να σας πληροφορήσω τι παρέλαβε... Όλα τα στρατεύματα, που από πριν δρούσαν στην περιοχή και την εντολή να στρατολογήσει 12.000 πεζούς (4.000 Ρωμαίοι-8.000 σύμμαχοι), 600 ιππείς (οι 400 σύμμαχοι) καθώς και 50 πλοία (30 πεντήρεις-20 τριήρεις) πρόσφατα ναυπηγημένα στο Λάτιο. Και όλα αυτά με σκοπό να καταλάβει την Κεφαλληνία, που σε καμιά συμφωνία με τους Αιτωλούς δεν περιλαμβανόταν.
ΣΑΜΙΟΣ α': Γι' αυτό κι εμείς σε συμφωνία προχωράμε...
ΣΑΜΙΟΣ β': Έτσι και ο Νίκανδρος και ο Φαινέας, εκπροσωπώντας τους Αιτωλούς, παρ' ότι έχασαν από τους Ρωμαίους την Αμβρακία πέτυχαν να υπογράψουν στη Ρώμη, όχι και τόσο ταπεινωτική συμφωνία.
ΥΒΡΙΣΤΑΣ: Και η Κεφαλληνία πού 'παίζει';... γιατί οι Ρωμαίοι την αποσιωπούν;
ΣΑΜΙΟΣ γ': Μα αυτό συμφέρει τη Σάμη. Είμαστε ανεξάρτητοι και κάνουμε χωριστές συμφωνίες.
ΥΒΡΙΣΤΑΣ: Και φοβήθηκαν το στόλο σας και ναυπήγησαν 50; Πάρτε το χαμπάρι, θέλουν να καταλάβουν την Κεφαλληνία ολοκληρωτικά ! Στη Ρώμη εκτός των Αιτωλών, τη στιγμή αυτή είναι και αντιπροσωπεία των Μακεδόνων και των Αθηναίων... Οι μεν θα εκθέσουν τους Αιτωλούς για τα όσα έχουν κάνει στην Αθαμανία, στη Δολοπία και στην Αμφιλοχία. Οι δε Αθηναίοι σαν συνήγοροι των Αιτωλών και πυροσβέστες. Ο θεός να βάλει το χέρι του.
ΣΑΜΙΟΣ α': ...Δεσμευτικές ρήτρες και ταπεινωτικά FOEDUS INIQUUM.
ΣΑΜΙΟΣ β': Μου φαίνεται ότι όλοι οι Ρωμαίοι αιχμάλωτοι θα παραδοθούν άνευ όρων στο Ρωμαίο διοικητή Κέρκυρας και σίγουρα κι αυτοί 40 ομήρους θα παραδώσουν. Όλα τα εδάφη που έχασαν απ' τους Ρωμαίους δεν θα τα ξαναπάρουν πίσω και οι Οινιάδες στους Ακαρνάνες θα περάσουν.
ΣΑΜΙΟΣ γ': Ο Φίπιππος της Μακεδονίας να 'χτυπιέται κάτω' θα κρατήσουν, παρ' όλα αυτά και την Απεραντία και την Αμφιλοχία και ασφαλώς τους Αινιάνες, τις δυο Λοκρίδες και την Οιταία. Εν κατακλείδι οι Αιτωλοί παραμένουν το μεγαλύτερο Ελληνικό κράτος.
ΥΒΡΙΣΤΑΣ: Δεν είναι πουθενά στις συμφωνίες η Κεφαλληνία. Οι Ρωμαίοι δεν το συζητούν. Ρητή είναι η απόφασή τους: ΚΑΤΟΧΗ... Κατοχή στα υπερήφανα χώματα της γης των Κεφαλλήνων του Οδυσσέα
...............................................................Σιγή......................................................​
ΣΑΜΙΟΣ α': Γι' αυτό και λίγες μέρες τώρα έχει περάσει στο νησί ο Μάρκο Φούλβιο και όλες οι πόλεις προσεχώρησαν και έδωσαν ομήρους.
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ:
Όμως αυτό που η Ιστορία θε' να θυμάται
απ' τη σκλαβιά ο Έλληνας θέλει τη ΛΕΥΤΕΡΙΑ.

Ενώνουν τα χέρια σαν να ορκίζονται-πέφτει η αυλαία.

...Η Σάμη ήταν η μόνη πόλη από τις άλλες (Κράνη, Πάλλη, Πρόννοι) της Κεφαλλονιάς που πρόβαλε αντίσταση κατά των Ρωμαίων και η οποία κατελήφθη ύστερα από τετράμηνη πολιορκία το 189/188 π.Χ. (Ενημερωτικός οδηγός ΔΗΜΟΥ ΣΑΜΗΣ 2005)

1590801176579.png


ΣΚΗΝΗ γ'​

Ιανουάριος 188 π.Χ.​

Ερείπια, στάχτες, σκοτωμένοι..
(Παράλληλα ο σκηνοθέτης μπορεί να προβάλει σε οθόνη σκηνές από καταστροφές σύγχρονων πολέμων, Β' Παγκόσμιος, Καλάβρυτα, Ανώγεια, Βιετνάμ, Χιροσίμα, Βοσνία, Ιράκ, Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν, Συρία. Να δείξει πως η απληστία των ισχυρών ισοπεδώνει κράτη και πολτοποιεί συνειδήσεις).
Οι γυναίκες πέφτουν πάνω στους νεκρούς και κλαίνε. Οι Ρωμαίοι κόβουν ραβδιά και τις χτυπούν στην πλάτη. Ο Οδυσσέας ξαναβγαίνει στη σκηνή για να κλάψει γονατίζοντας στο ένα πόδι
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Να πως η Σάμη έπεσε που λέει η Ιστορία. Ο Οδυσσέας τότε
έλιωνε, το δάκρυ από τα βλέφαρα στα μάγουλα κυλούσε.
Όπως γυναίκα κλαίγοντας πέφτει... σε άνδρα αγαπημένο
τέτοιον που έπεσε μπροστά στα τείχη και στην πόλη
που υπερασπιζόμενος πατρίδα και παιδιά του κακή τον πήρε μοίρα
κι εκείνη αυτόν πεθαίνοντας να ξεψυχά τον είδε
και με λυγμούς λιγοθυμά πάνω του σπαρταρώντας κι οι άλλοι πίσω
κόβοντας ξύλα κι αυτήν στο σβέρκο και στους ώμους
την κτυπούν... με βία την τραβάνε πίκρες να βρει και βάσανα

κι απ' τον αβάσταχτο καημό μάγουλα να στεγνώνουν...

ΤΕΛΟΣ

1590849089613.png

 
Τελευταία επεξεργασία:
Μπλουζα Κάτω μέρος